The Theia Impact ή Το μεγάλο "σπλας"...

2019-08-21

Να, που δυο Δεκαπενταύγουστους μετά, μόνος του, με το κεφάλι του μέσα σε ένα βιβλίο, μεθυσμένος, μην μπορώντας να καταλάβει τις λέξεις που διαβάζει... Χάνεται στην ίδια και την ίδια γραμμή, σαν να παραιτήθηκε το μυαλό του στο να βγάλει νόημα απ' το οτιδήποτε του συμβαίνει. Ρουφάει μεγάλες τζούρες απ' το μεθυσμένο στριμμένο τσιγάρο του, τεντώνει τα πόδια του στο γραφείο και μυρίζοντας το κρασί στο κακοσούλουπο ποτήρι του, θυμάται. 

Θυμάται δυο δεκαπενταύγουστους πριν, το καραφλό φεγγάρι περίπου την ίδια ώρα με αυτή, να τους τραβάει απ' τα μανίκια να βγουν απ' το σπίτι. Να τους βάφει με την χλωμή του λάμψη και να τους ποτίζει με την αφροδισιακή του χάρη, καθώς κουτρουβαλούσανε, τσουβαλιάζοντας στενό μετά από στενό, γυρεύοντας κάτι να κάνουν χέρι χέρι. 

Είχαν περπατήσει στη άδεια Αθήνα και είχαν βρεθεί κοντά στην Πατησίων. (Η άδεια Αθήνα του Δεκαπενταύγουστου δεν είναι σαν τα άρθρα στα περιοδικά. Η άδεια Αθήνα του Δεκαπενταύγουστου βράζει στον πυρήνα της από μοναξιά έτοιμη να εκραγεί. Η άδεια Αθήνα είναι η βασίλισσα που κάνει αέρα με την βεντάλια της και περιμένει τους αγαπητικούς και τους εργάτες της να γυρίσουν να της ταράξουν την μήτρα με το βουητό απ' τις φτερούγες τους). Γυρίζοντας νομάδες στην σάβανα, κάτω από φώτα κεχριμπαρένιου κατρουλιού και κάτω απ' το φως του καραφλού εξώγαμου της γης μετά απ' το μεγάλο σπλας. 

Ένα ρομαντικά νερόβραστο «ιβεντ» που είχε στο στηθεί στο μουσείο τους τράβηξε σαν σκνίπες στο φως. Ξύσαν τα αυτιά τους καθώς κολυμπούσαν στα μάτια ο ένας του άλλου, κάτω απ' τους ήχους του πολύφωνου συνθεσάϊζερ και της άριες μιας στρουμπούλης λευκοφορούσας ντίβας που έσκυβε και έστελνε φιλία στους γονείς της στην πρώτη σειρα. 

"Χάρτινο το φεγγαράκι"... Γέμιζε τα πλαστικά ποτήρια τους με κρασί, αλλά και οι δυο τους την στιγμή εκείνη του φεγγαριού, πίστευαν πως η αγάπη τους ήταν πέτρα στο πέτρα, μολύβι, χαρτί, με το φεγγάρι και του τσάκιζαν τα μούτρα. Σαν πιτσιρικά που τους πήραν μαρκαδόρους και γέμισαν τους τοίχους με ακαταλαβίστικες μουτζούρες της αγάπης τους. Μεθυσμένοι και ερωτευμένοι κάποια στιγμή, αργότερα, πατώντας στα τυφλά με την πλάτη τα κουμπιά του ασανσέρ, θα φτάσουν στην ταράτσα την πολυκατοικίας τους και θα ολοκληρώσουν την παγανιστική τελετή τους γδέρνοντας τα γόνατα τους ο ένας μεσα στα εσώρουχα του άλλου. 

Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Η κοιλιά που δεν είχε τότε, τώρα ίδρωνε πάνω στα μπούτια του. Έφτασε, παραπατώντας τον χορό τον μεθυσμένων στην μπανιέρα, και ξάπλωσε μέσα της. Ειχε κλείσει τον θερμοσίφωνα, γιατί ακόμα και τώρα φοβόταν ότι θα πάθει ηλεκτροπληξία αν κάνει μπάνιο με ανοιχτό τον θερμοσίφωνα.  Ξάπλωσε,  τεντώθηκε, και με το δεξί του χέρι πίρε απ' τη σαπουνοθήκη το ξυραφάκι του. Άνοιξε το νερό με την πατούσα και το άφησε να τρέχει. 

Δυο δεκαπενταύγουστους πριν, ούτε που θα το φαντάζονταν πως από το στρώμα με τα ευγενικά ελατήρια θα βρίσκονταν μόνος του, τα ανάσκελα, σε ένα πορσελάνινο στρώμα που γέμιζε νερό και έκανε τα αρχίδια του να επιπλέουν σαν σημαδούρες. Το νερό τσίριξε φωνάζοντάς του να αποφασίσει αν θα ήταν ζεστό ή κρύο. Το ρύθμισε στο δροσερό. Βούλωσε το σιφόνι με την τάπα και το άφησε να τον κουκουλώσει σιγά. Έριξε νερό στο κεφάλι του και γαργαλούσε τον εαυτό του με τις λεπτές χορδές από πίδακες του τηλεφώνου του ντους. Το βογκητό του πηδούσε από πλακάκι σε πλακάκι και επέστρεφε δυνατότερο στα αυτιά του. 

Ο γάτος μπήκε διστακτικά, πήδηξε στον νιπτήρα και τον παρακολουθούσε. Είχε χάσει κάθε αίσθημα εμπιστοσύνης. Όποτε έμπαινε στο μπάνιο μαζί του, ήταν ο κινούμενος στόχος για τα εξάσφαιρα του καουμπόι με το γρηγορότερο τηλέφωνο ντουζ, η κατάσκοπος της διαγαλαξιακής αντίστασης που έπρεπε να εκτελεστεί πριν μαρτυρήσει πως πλένουν της μασχάλες τους οι αντάρτες πριν την επανάσταση. Έφερε το ξυραφάκι στην φάτσα του. Αν είναι να κόψεις της φλέβες σου λένε, το νερό πρέπει να είναι χλιαρό προς το ζεστό, και οι τομές κάθετες προς τον καρπό. Ξανακοίταξε το ξυραφάκι.  Max 3 με 5 λεπίδες για τέλεια απαλό δέρμα και καθαρό κόντρα ξύρισμα. Στο μυαλό του έπαιξε η διαφήμιση!!! Έβγαλε με την φτέρνα του την τάπα και το νερό αργά, σβουρίζοντας γαργαλητά άρχισε να υποκλίνεται προς το τσίγκινο σιφόνι, με τον ήχο διεστραμμένου γλειφιτζουριού. 

Η κοιλιά του ξεπρόβαλε κομμάτι-κομμάτι, σαν ντροπαλό βουνό μετά από βιβλική πλημμύρα, φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας... Σαν μπαλόνι με διπολική διαταραχή. Πήρε το ξυραφάκι, το χτύπησε δυνατά στα απόνερα και άρχισε να ξεκληρίζει δάση από τρίχες κοντά στις κεντρικές αρτηρίες του, κατεφαφιζοντας την χειμερινή μόνωση απ' το σώμα του... 

Δυο δεκαπενταύγουστους μετά, ο έρωτας, polaroid από κάποιες ξεχασμένες διακοπές, αλλά η ζέστη ζωντανά τον βράζει μες στο λίπος του. Γιατί να θέλει κανείς να κόψει της φλέβες του και να χάσει το επερχόμενο ολοκαύτωμα; Αύριο, μεθαύριο, ή θα βουλιάξουν όλα από μια επικείμενη αντίστροφη τον πόλων, ή κάποιος θα σκάσει επιτέλους το φιτίλι σε αυτήν την ασταθή περιστρεφόμενη μπάλα από μάγμα και θα μας πάρει όλους μαζί του, για συντροφιά στο ΚΤΕΛ του άγνωστου. Γιατί να θες να πεθάνεις μόνος και να χάσεις τέτοιο σόου;

Ανδρονικος Σαραντοπουλος 


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 


Οι άνθρωποι δεν είναι μπερδεμένοι. Τους μπερδεύουν αυτοί που τους λένε ότι δεν είναι φυσιολογικοί. Μέγα λάθος! Μπερδεμένοι και μη φυσιολογικοί ήταν παλιά με τις πεπερασμένες αντιλήψεις και ταμπέλες ματαιότητας που έβαζαν. Τώρα πια οι άνθρωποι τείνουν προς το φυσιολογικό όταν αναζητούν την αυτογνωσία, την αποδοχή και αγάπη του εαυτού τους.

Όσο μεγάλωνα ένιωθα τη ζωή να προσπερνά, κάθε μέρα έχανα την παιδικότητα μου, η αθωότητα ξεθώριαζε. Με τα χέρια κάλυπτα το πρόσωπο μου, κρυβόμουν από τον κόσμο. Το μέλλον σχεδόν αβέβαιο, πάλευε να μου ανοίγει τα μάτια, να ανοίγει παράθυρα σε ορίζοντες πρωτόγνωρους μα συνάμα παράτολμους.

Τι όμορφη που μπορείς να ζωγραφίσεις την ζωή. Φτάνει να το θες... Φτάνει να είναι κάποιος εκεί σε αυτό σου το ταξίδι να σου υπενθυμίζει την ομορφιά του προορισμού και τον στόχο σου! Τα χρώματα που βάζεις στην ζωγραφιά της ζωής σου, χρώματα ευτυχίας, χαράς, κατανόησης, αποδοχής, χρώματα έντονα και ζωηρά!