Only lovers left alive!!!

2019-08-27

Συλλυπητήρια για τον Λευτέρη! Κάπου μες το μαύρο βάθος του ύπνου του ένα ζευγάρι φωνές τον ξυπνάνε. Είναι κοντά μεσημέρι και έχει κλωτσήσει τα σεντόνια στο πάτωμα. Το καλοκαίρι έμοιαζε να μην έχει τέλος φέτος. 

Την μια φωνή, την είχε ξανακούσει πολλές φορές σε πολλές οκτάβες, ήταν το άτυπο μεσημεριανό του ξυπνητήρι. Η άλλη, η καινούργια φωνή, ήταν αντρική και έρχονταν απ' το πάνω μπαλκόνι ή απ' το δίπλα του. (Δεν είχε σημασία!) Ήταν εξίσου βραχνιασμένη απ' τα χρόνια, αλλά καλοδιάθετη, παρά το τόπικ της κουβέντας. 

Ο παππούς, η γιαγιά και ο θάνατος. Οι γέροι πεθαίνουν εύκολα τα καλοκαίρια. Για αυτό και τα φοβούνται. Όταν πλησιάζει το τέλος του καλοκαιριού και την έχουν βγάλει καθαρή, είναι χαρούμενοι και γαλήνιοι, σαν να ξεγέλασαν άλλη μια φουρτούνα. 

Πάτησε το κινητό του και κοίταξε την ώρα. Σηκώθηκε ληθαργικά και κρυφοκοίταξε απ' τις γρίλιες. Η γρια απ' το απέναντι διαμέρισμα, είχε ακουμπήσει τους αγκώνες της στο κάγκελο, ανάμεσα σε μια σεφλέρα και ένα μπέντζαμιν και μιλούσε κοιτάζοντας τον τοίχο στα αριστερά του. Ήταν ο ήσυχος γέρος που έμενε μόνος του στο δίπλα διαμέρισμα. (Αυτές ήταν οι μόνες πληροφορίες που είχε...) 

Την γιαγιά απέναντι την είχε δει αρκετά ξημερώματα να τινάζει τα σεντόνια της απ' το παράθυρο και να κρυφοκοιτάζει τα μπαλκόνια γύρω της. Απ' τον τρόπο που μιλούσε και τον αέρα της, καταλάβαινε ότι η γριά απέναντι ήταν μπερμπάντο παλιά, Αθηναία καμπαρετζού, όχι κοσμική, άλλα σίγουρα είχε τρύπες στην ζώνη της απ' την καλοπέραση, το χάλι-γκάλι και το τουίστ. Τώρα βέβαια ήταν περισσότερο αποξηραμένη, με δέρμα σπασμένο, σαν απότιστο χώμα και στο χρώμα του καρότου. Τα μάτια μικρές, μαύρες μπίλιες, χωμένα στο κρανίο της και για κερασάκι σε αυτή την πανδαισία ένα κοτσίδι νίντζα σε σούζα, για να κρύψει της άσπρες ρίζες της χωρίστρας της που είχαν ξεκινήσει να μελιτζανίζουν. Κοντή σκευρωμενη έμοιαζε άκακη. Αλλά είχε ένα στόμα... Οι λέξεις και τα βρισίδια που μπορούσε να γεμίσει αυτό το άτομα σε συνδυασμό με τις δονήσεις απ' τη μασέλα της θα έκαναν ψαραγορήτη να γονατίσει και να της προσφέρει λουλούδια σαν θαύμα σε εικόνα της Παναγίας της βρωμόστομης. (Και έναν ρομαντικό ποιητή να φάει τα ποιήματα του προς την γυναικά μούσα)  

"Εκείνο το πρωί έκατσε στην πολυθρόνα και τραγουδούσε. Μέχρι να του ψήσω τον καφέ του και να του τον φέρω, είχε πεθάνει"... Ο Κυρ Λευτέρης τραγούδησε μπρος στον χάρο σαν παλικάρι. Το έλεγε συχνά βέβαια, άντε να πεθάνω να ησυχάσω, να μη σε ακούω άλλο, κωλόγρια, και συνήθως το τελείωνε με ένα χτύπημα στην πόρτα, ένα α στο διάλο, και μια βογγητή παράκληση στην Παναγία να τον πάρει κοντά της... Και κάποιες λίγες φορές και στο Χριστό. Δεν ήταν κανένας άγιος ο κυρ Λευτέρης, σίγουρα την βούρλιζε με τον τρόπο του. 

Την πρώτη φορά που τον είχε δει, ήταν όταν μάζευε τη μπουγάδα του ένα ξημέρωμα και ο γέρος είχε βγει και κατουρούσε τις γλάστρες στα μουλωχτά... (Την ίδια σεφλέρα παρεπιπτόντως που δίπλα της έβγαζε τον επίλογο του τώρα η κυρα του.) Μια άλλη φορά έδινε απλόχερα τις κατάρες του σε έναν ψυκτικό που είχε έρθει να φτιάξει τα μοτέρ του σούπερ μάρκετ που συγγένευε με την κοινόχρηστη άυλη.  Κοντός, καραφλός σαν αυγό, στην μέση του κεφαλιού και στις παρυφές της καράφλας του άσπρες ηλεκτρισμένες τρίχες, πετούσαν στο χρώμα του Αγίου Βασίλη, ενός Αθηναίου, της βότκας, του τζιν και του πόκερ. 

"Ο κυρ Λευτέρης πέθανε τραγουδώντας!" σκέφτηκε, μπήκε στο κουζινάκι και χτύπησε έναν φραπέ.  Πέθανε και άφησε πίσω του την κυρα Ζωζώ. Δεν την έλεγαν κυρα Ζωζώ και ήταν κρίμα. Το όνομα έμοιαζε να κουμπώνει πάνω της, να αναβλύζει απ' τα χρυσαφικά που κροτάλιζαν στους καρπούς της και το ταπεραμέντο της. Κρίμα... Αν το ένα μεγάλο λάθος της ζωής της ήταν ο Κυρ Λευτέρης, τότε το δεύτερο ήταν που δεν άλλαξε το όνομα της σε Ζωζώ. 

Καθώς σβούριζε το κουτάλι στο ποτήρι του, την κοίταζε που άπλωνε.  Τέντωσε μια ποικιλία από μαύρα ρούχα και πάνω πάνω μοναχή σαν παντιέρα έβαλε μια μαύρη δαντελένια κιλότα, σεξουλιάρικη. Γιατί όχι; Την είχε ακούσει που παραπονούνταν ένα μεσημέρι "Θα φέρω έναν Αλβανό να φτιάξει την τηλεόραση και να έχει πούτσα κάγκελο. Όχι σαν το δικό σου... Που το παλεύεις όλο το βράδυ και δεν κουνιέται!!!"

Είχε δίκιο. Το πουλάκι του κυρ Λευτέρη την μέρα που κατουρούσε την σεφλέρα φαινόταν ότι είχε παραιτηθεί απ' την ζωή, ήταν σαν χλωμό φάντασμα. Πιτσιλούσε παντού, σαν σκύλος που έτρεχε πίσω απ' την ουρά του. Η κυρα Ζωζώ ήταν φτιαγμένη για δυνατούς εραστές! Για μια άλλη ζωή! Πίρε το λεκανάκι της, έριξε μια ροχάλα 3 ορόφους κάτω και μπήκε τραγουδώντας απ' την μπαλκονόπορτα στο σαλόνι. Αν δεν είχε πεθάνει ο Κυρ Λευτέρης, θα ήταν σίγουρος ότι τα ρουφήγματα βλέννας που άκουγε, θα ήταν δικά του σπλάχνα. Αλλά ήταν καμάρια της κυρα Ζωζώς, που έσπερνε το DNA της στην γειτονιά... Και τα δίχτυα της... Εσένα κοιτάω παππούλη στη διαμέρισμα 2... Η σεφλέρα, μετά από κάποιες μέρες, πέταξε μικρά μικρά γρομπαλάκια... Έψαξα, μάταια, να δω αν είναι φυσιολογικό ή αν έχει να κάνει με το τόσο κατούρημα που είχε φάει. 

Ανδρονικος Σαραντοπουλος


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


Οι άνθρωποι δεν είναι μπερδεμένοι. Τους μπερδεύουν αυτοί που τους λένε ότι δεν είναι φυσιολογικοί. Μέγα λάθος! Μπερδεμένοι και μη φυσιολογικοί ήταν παλιά με τις πεπερασμένες αντιλήψεις και ταμπέλες ματαιότητας που έβαζαν. Τώρα πια οι άνθρωποι τείνουν προς το φυσιολογικό όταν αναζητούν την αυτογνωσία, την αποδοχή και αγάπη του εαυτού τους.

Όσο μεγάλωνα ένιωθα τη ζωή να προσπερνά, κάθε μέρα έχανα την παιδικότητα μου, η αθωότητα ξεθώριαζε. Με τα χέρια κάλυπτα το πρόσωπο μου, κρυβόμουν από τον κόσμο. Το μέλλον σχεδόν αβέβαιο, πάλευε να μου ανοίγει τα μάτια, να ανοίγει παράθυρα σε ορίζοντες πρωτόγνωρους μα συνάμα παράτολμους.

Τι όμορφη που μπορείς να ζωγραφίσεις την ζωή. Φτάνει να το θες... Φτάνει να είναι κάποιος εκεί σε αυτό σου το ταξίδι να σου υπενθυμίζει την ομορφιά του προορισμού και τον στόχο σου! Τα χρώματα που βάζεις στην ζωγραφιά της ζωής σου, χρώματα ευτυχίας, χαράς, κατανόησης, αποδοχής, χρώματα έντονα και ζωηρά!