Ατέλειωτα βαριά τσιγάρα...

2018-10-02

Ήμουν από αυτούς που έλεγαν, εγώ να καπνίσω... ποτέ! Το πίστευα, ώσπου το ξεκίνησα και έγινε σιγά σιγά ο τρόπος για να φυσώ από μέσα μου ό,τι πονάει. Ο τρόπος που κρατώ το τσιγάρο αστείος και παιδικός, κι άλλοτε σοβαρός και νευρικός. Στα δύσκολα θα με δεις να ψάχνω πακέτο και αναπτήρα και να λέω "έλα τσιγαράκι να στα πω". Βραδιά σαν τη σημερινή, ξημερώματα και ετοιμάζομαι να μοιραστώ για ακόμη μια φορά τον πόνο μου.

Ανάβω το τσιγάρο, κάθε ρουφηξιά κι εξομολόγηση, το αχ και ο αναστεναγμός για το λάθος και το απραγματοποίητο που σε τρώει και σε κρατά ξάγρυπνο ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Χάνω το μέτρημα, όσα σκέφτομαι κι αγάπησα τα βρίσκω στην κάφτρα,  στο δωμάτιο που έχει γκριζάρει. Γεμίζει το τασάκι, αδειάζει το πακέτο και το μυαλό ακόμη σε αταξία.

Κι άλλο πακέτο κι οι δείκτες του ρολογιού τρέχουν, δε δίνω σημασία.
Είναι από τα βράδυα που δυναμώνεις τη μουσική για να μην ακούς τις σκέψεις σου που φωνάζουν.

Εισπνοή-εκπνοή... Μέσα στο κεφάλι μου εκτυλίσσεται μια ιστορία διαφορετική από όλες τις άλλες... Αυτός που θέλω να κρατήσω είναι εκεί, αυτός και μόνο. Σου έχω φυλάξει τσιγάρο, ξέρω θα 'ρθείς, περιμένω...

Το πρώτο φως ξεπροβάλλει, τα μάτια μου πρησμένα, υγρά και θολά από τον καπνό. Μακάρι να ήσουν εδώ, να σε κρατούσα σφιχτά αγκαλιά κι ας μη κάπνιζα... Είναι αυτοκαταστροφικό, όπως όλα μακριά σου.

☞Το τσιγάρο είναι ένας φορητός ψυχολόγος.
Τέρι Γκιγιεμέ

Νένα Ε.



ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


Όσο μεγάλωνα ένιωθα τη ζωή να προσπερνά, κάθε μέρα έχανα την παιδικότητα μου, η αθωότητα ξεθώριαζε. Με τα χέρια κάλυπτα το πρόσωπο μου, κρυβόμουν από τον κόσμο. Το μέλλον σχεδόν αβέβαιο, πάλευε να μου ανοίγει τα μάτια, να ανοίγει παράθυρα σε ορίζοντες πρωτόγνωρους μα συνάμα παράτολμους.

Τι όμορφη που μπορείς να ζωγραφίσεις την ζωή. Φτάνει να το θες... Φτάνει να είναι κάποιος εκεί σε αυτό σου το ταξίδι να σου υπενθυμίζει την ομορφιά του προορισμού και τον στόχο σου! Τα χρώματα που βάζεις στην ζωγραφιά της ζωής σου, χρώματα ευτυχίας, χαράς, κατανόησης, αποδοχής, χρώματα έντονα και ζωηρά!

Μα νερό να γίνονταν και ανάμεσα από τα δάχτυλα σου να έβρισκαν διέξοδο που το κακό; Τα χέρια σου μια φορά θα τα μούσκευες... θα ένιωθες την γλυκιά δροσιά της προσπάθειας στα ακροδάχτυλά σου... θα σου κόβονταν η ανάσα και εκεί που θα νόμιζες ότι αναπνοή δεν μπορείς να πάρεις και πως ήρθε η ώρα να πεθάνεις...
Αέρας...